Ήταν τέλη Ιουνίου, όταν κοντά στους 120 μαθητές όλων των ηλικιών στριμώχτηκαν στη μικρή αίθουσα της «Μιλιάς», του ελληνικού σχολείου γλώσσας στη Λυών, για την αποφοίτησή τους. Τα παιδάκια του νηπίου και του δημοτικού τραγούδησαν, τα μεγαλύτερα πήραν το δίπλωμά τους. Πολλά από αυτά είχαν γεννηθεί στη Γαλλία, άλλα είχαν έρθει εκεί σε μικρή ηλικία και παρ’ ότι στο σπίτι οι περισσότεροι γονείς τούς μιλούν Ελληνικά, ξεκινώντας το γαλλικό σχολείο έβλεπαν σιγά σιγά την ελληνική γλώσσα να γίνεται για αυτά η δεύτερη, συχνά μια ξένη γλώσσα.

Ήταν ένα χαρούμενο απόγευμα, συγκινητικό για πολλούς από τους γονείς που έβλεπαν την πρόοδο των παιδιών τους. Γι’ αυτό και η Κλειώ Μπουρνόβα, η πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων, στενοχωριόταν που με την ομιλία της ίσως θα χαλούσε το κλίμα. Όλο τον χρόνο προσπαθούσε να μην τους απασχολεί με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η «Μιλιά», αλλά η κατάσταση ήταν πλέον οριακή.

«Η προσπάθειά μας μπορεί να σβήσει από στιγμή σε στιγμή» τους είπε. Πέρυσι είχε χρειαστεί να μετακομίσουν σε χώρο με υψηλότερο ενοίκιο και το υπουργείο Παιδείας δεν είχε καταφέρει να στείλει εκπαιδευτικό.Έτσι αναγκάστηκαν να ξοδέψουν όλες τις αποταμιεύσεις του Συλλόγου για να πληρώσουν μια εκπαιδευτικό και να βγει η χρονιά. «Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε εάν δεν μας στείλουν ούτε φέτος κάποιον από την Ελλάδα» τους είπε.

Εκείνες τις ημέρες είχε επιβεβαιωθεί ότι τον Σεπτέμβριο θα ερχόταν κάποιος, αλλά η κ. Μπουρνόβα, ίσως από προαίσθημα, ίσως λόγω της εμπειρίας της, δεν ήταν αισιόδοξη. Δυστυχώς, η ανησυχία της βγήκε αληθινή: στις 13 Αυγούστου η φιλόλογος που θα ερχόταν απέσυρε την αίτησή της. «Κάνω τα πάντα για να μη μείνετε χωρίς καθηγητή», τους έγραφε η συντονίστρια Εκπαίδευσης στις Βρυξέλλες. Μια νέα προκήρυξη τώρα θα πάρει χρόνο για να ολοκληρωθεί, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα βρεθεί κάποιος. Οι αποσπάσεις γίνονται πλέον με μειωμένα επιμίσθια, τα οποία καθυστερούν μήνες να καταβληθούν.

 

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η «Μιλιά» δεν είναι κάτι το ξεχωριστό – αυτή τη στιγμή, τα Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας (ΤΕΓ) στο εξωτερικό καλούνται να διαχειριστούν ανάλογες δυσκολίες της κρίσης. Γονείς, εκπαιδευτικοί αλλά και στελέχη του υπουργείου Παιδείας, μίλησαν για τη μεγάλη πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν: από τη μια, έχουν γίνει τεράστιες περικοπές, από την άλλη, λόγω του brain drain, έχει αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των νέων γονέων που επιθυμούν τα παιδιά τους να συνεχίσουν μαθήματα Ελληνικών στο εξωτερικό για να μη χάσουν την επαφή με τη γλώσσα.

 

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Όταν το 2016, ο Βασίλης Γκιόκας ανακάλυψε πως ο 4χρονος γιος του θα μπορούσε να κάνει μαθήματα Ελληνικών στη «Μιλιά», ενθουσιάστηκε που το κράτος έστελνε εκπαιδευτικό από την Ελλάδα για να τον διδάξει: «Σκέφτηκα ότι ίσως ήταν ο τρόπος τους να ξεπληρώσουν τις τύψεις και τις ενοχές που μας έδιωξαν από τη χώρα» λέει γελώντας. Μαζί με την οικογένειά του είχε φύγει το 2012. Έχοντας μείνει επί μήνες απλήρωτος, ένιωθε ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε πλέον κανένα μέλλον για εκείνον. Στο σπίτι τους στη Γαλλία, μιλούσαν εξαρχής αποκλειστικά Ελληνικά, ο γιος τους καταλάβαινε τα πάντα, αλλά κάποια στιγμή είχε μπλοκάρει και δυσκολευόταν να μιλήσει.

«Νομίζω ότι αφότου φύγαμε από την Ελλάδα, κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η μητρική γλώσσα, ότι ουσιαστικά δηλώνει τόπο. Σε μένα οι λέξεις θυμίζουν στιγμές που έχω ζήσει, στον γιο μου αυτό δεν θα συμβεί» εξηγεί. Ο ίδιος θεωρεί πολύ σημαντικό το να βάλει ο μικρός από τώρα γερές βάσεις στα Ελληνικά – είναι απαραίτητο για όλη την οικογένεια, αφού δεν έχουν αποκλείσει το να επιστρέψουν κάποια στιγμή στην Ελλάδα. Το να χάσει ο γιος τους την επαφή του με τη γλώσσα μπορεί να είναι αποτρεπτικό για μια τέτοια κίνηση.

Αυτό μοιάζει να είναι έγνοια των περισσότερων νέων γονιών που λόγω κρίσης έχουν αναγκαστεί να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό.

ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΡΟΤΡΥΝΣΗ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ… ΙΤΑΛΙΚΑ

Η οικογένεια Βασιαρδή, λίγες εβδομάδες αφότου εγκαταστάθηκε στη μικρή πόλη Πουατιέ στη Γαλλία, επικοινώνησε με το ελληνικό Προξενείο για να μάθει πώς θα μπορούσε ο γιος της να κάνει μαθήματα. Καταλάβαιναν ότι δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχει Έλληνας καθηγητής σε κάθε χωριό της Γαλλίας, παρ’ όλα αυτά στενοχωρήθηκαν με τον τρόπο που αντιμετώπισαν την επιθυμία τους:

«Μα γιατί δεν μαθαίνει Ιταλικά;» επέμειναν. Τελικά, το αγόρι παρακολουθεί κάθε Παρασκευή βράδυ δίωρο μάθημα Ελληνικών στη «Μιλιά» μέσω Skype.

Και άλλοι γονείς, έχουν εισπράξει τα τελευταία χρόνια παρόμοια αντίδραση από το επίσημο Κράτος: «Νιώθουμε ότι μπερδεύουν την επιθυμία μας για την εκμάθηση της γλώσσας με κάτι εθνικιστικό» εξηγεί η κ. Μπουρνόβα, η πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων της «Μιλιάς». «Προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε ότι δεν θέλουμε να κάνουμε ένα κρυφό σχολειό, θέλουμε να ενταχθεί η γλώσσα στη ζωή μας, στην πόλη που ζούμε, όχι να είναι περιθωριακή μόνο για τη γιαγιά και τον παππού τα καλοκαίρια».

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

Η ίδια μαζί με άλλους γονείς, δημιούργησε τη «Μιλιά» το 2004. Ο γιος της ήταν τότε στο δημοτικό και το μάθημα των Ελληνικών γινόταν αποκλειστικά από έναν ιεροδιδάσκαλο. Τα παιδιά βασικά έπαιζαν και μάθαιναν ελληνικές προσευχές. Όταν εκείνη, ούσα πανεπιστημιακός, θέλησε να βοηθήσει στην οργάνωση των τμημάτων και της διδασκαλίας, αντιμετώπισε αντιδράσεις: «Μπορεί να μιλάω Αγγλικά, αλλά αυτό δεν με κάνει Άγγλο, μόνο μέσω της Ορθοδοξίας θα γίνουν τα παιδιά Έλληνες» της είχε πει ένας κληρικός. Όταν τελικά κατάφεραν να στήσουν τη «Μιλιά», είχαν διάφορα επίπεδα διδασκαλίας με τέσσερις εκπαιδευτικούς αποσπασμένους από την Ελλάδα.
Με την κρίση, όμως, έχασαν όλα όσα είχαν χτίσει με κόπο. Και δεν ήταν οι μόνοι: τον Νοέμβριο του 2011, με μια υπουργική απόφαση, από τα 1.000 αναγνωρισμένα Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας έμειναν 100. Δύο από αυτά που έχασαν τότε την αναγνώριση ήταν και τα ΤΕΓ της Λωζάννης και της Γενεύης.

Ο Μανόλης Λαδουκάκης, εκπαιδευτικός εκεί, κατάλαβε από την πρώτη στιγμή ότι το σχολείο που λειτουργούσε ήδη 40 χρόνια για τα παιδιά της ομογένειας ήταν θέμα χρόνου να διαλυθεί: «Δεν χάσαμε όμως ούτε ένα λεπτό» εξηγεί . «Με την οικονομική βοήθεια 15 οικογενειών, ξεκινήσαμε να οργανωνόμαστε ώστε το σχολείο να λειτουργήσει χωρίς τη βοήθεια του κράτους, από την επόμενη κιόλας χρονιά. Οι χορηγοί αυτοί δεν είχαν απαραίτητα παιδιά στο σχολείο, θεώρησαν όμως σχεδόν ανήθικο, από τη στιγμή που μπορούσαν, να μη στηρίξουν το σχολείο».

«ΝΑ ΜΗ ΧΑΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΤΗΝ ΕΠΑΦΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης ο Μανόλης Αλεξάκης, τότε συντονιστής των ΤΕΓ με βάση τις Βρυξέλλες, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μην κλείσουν τελείως ολόκληρα τμήματα σε πόλεις με πολλούς μαθητές. Ο ίδιος ήταν για χρόνια αποσπασμένος εκπαιδευτικός στη Γερμανία και ήξερε από πρώτο χέρι ότι υπήρχε περιθώριο για συμμάζεμα. Και από εκεί ξεκίνησε.

Κατ’ αρχήν, βρήκε πολλές περιπτώσεις κακοδιαχείρισης, όπου, για παράδειγμα, η ελληνική κοινότητα νοίκιαζε στο ΤΕΓ δική της αίθουσα σε τιμές εξωφρενικές ή τμήματα-φαντάσματα που λειτουργούσαν χωρίς μαθητές. Στη συνέχεια οργάνωσε τα προγράμματα των εκπαιδευτικών έτσι ώστε να καλυφθούν περισσότερα από ένα τμήματα και σε άλλες πόλεις. Στη «Μιλιά», για παράδειγμα, μεσολάβησε και ζήτησε από τον καθηγητή που είχε αποσπαστεί στο Παρίσι να ταξιδεύει μια ημέρα την εβδομάδα με το τρένο στη Λυών. Παρακάλεσε τους γονείς να πληρώνουν τα έξοδα αυτά και εκείνοι το δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και ανακούφιση.

Την επόμενη χρονιά βέβαια δεν το κατάφερε και η «Μιλιά» επιβίωσε χάρη στη Σταυρίνα Δημητρίου, μια εκπαιδευτικό που είχε έρθει για μεταπτυχιακό και εθελοντικά έκανε μαθήματα. Συνεχίζει για τρίτη χρονιά και πλέον πληρώνεται από τους γονείς. Όμως, τόσο η ίδια όσο και οι άλλοι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των μαθητών.

ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ

Ο κ. Αλεξάκης θυμάται χαρακτηριστικά ότι το 2015 λίγο πριν φύγει από το πόστο του συντονιστή στις Βρυξέλλες, του έστειλαν τα νούμερα από τις νέες εγγραφές στην Ευρώπη. «Σε κάποιες χώρες, όπως π.χ. η Ελβετία, είχαν τετραπλασιαστεί τα νούμερα και μην μπορώντας να το πιστέψω μπήκα στο αυτοκίνητό μου και οδήγησα μέχρι εκεί για να διαπιστώσω τι πραγματικά συμβαίνει. Φτάνοντας στα σχολεία αυτά έπαθα πραγματικά σοκ. Συγκινήθηκα. Αντίκρισα ουσιαστικά μια νέα, πρώτη γενιά μεταναστών».

Η κ. Μπουρνόβα, πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων της «Μιλιάς», επιμένει ότι η προσπάθεια αυτή που γίνεται με τη γλώσσα είναι σημαντική τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς: «Η γλώσσα είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των γονιών και των παιδιών και ο δεσμός με τη χώρα τους», εξηγεί. Και πράγματι μέσα σε όλα αυτά τα σχολεία, τα παιδιά που καλούνται να προσαρμοστούν σε μια νέα ζωή στο εξωτερικό και, ενδεχομένως, δυσκολεύονται, παίρνουν κουράγιο, κάνουν φιλίες, γίνονται κομμάτι μιας ελληνικής κοινότητας. Το ίδιο και οι γονείς τους.

Όπως είπε ο Γιάννης Κυριαζής, ο πατέρας της 8χρονης Αναστασίας που ζει στην Ουτρέχτη, μπορεί να χάθηκε η μάχη και να χρειάστηκε εκείνοι να μεταναστεύσουν, όμως η πρόκληση τώρα είναι να μη χάσουν τα παιδιά τους τη γλώσσα και τη σχέση τους με την Ελλάδα.