Εκτύπωση

O ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ «ΖΟΡΜΠΆΣ» ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΊΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΠΟΛΥΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΣ ΕΣΤΙΑΤΟΡΑΣ ΚΑΙ BON VIVEUR, Ο ΝΊΚΟΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑΚΗΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΤΑΞΙΔΙ» ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΠΩΣ ΑΠΟ ΠΕΡΙΠΛΑΝΏΜΕΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΌΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΘΉΝΑΣ ΚΑΤΆΦΕΡΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΕΠΙΤΥΧΗ

Πριν τον γνωρίσω πίστευα αφελώς πως ο Νίκος Παπαζαχαριάκης, ιδιοκτήτης του πολυβραβευμένου εστιατορίου Chloe’s στην Αδελαΐδα, ήταν απλά ένας από τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες της Αυστραλίας. Όμως μετά από μια μακροσκελή κουβέντα που είχα μαζί του, για τη ζωή του στην Ελλάδα και την Αυστραλία, τη φιλοσοφία που διέπει το “ταξίδι” του και την αδιαμφισβήτητα πετυχημένη καριέρα του, διαπίστωσα πως ο ίδιος είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους που έχω ποτέ συναντήσει και πως άξια πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως τον «σύγχρονο Ζορμπά της Αυστραλίας».
Με καταγωγή από το Ηράκλειο της Κρήτης, ο ευφυής, γοητευτικός, πολυταξιδεμένος και καλλιεργημένος, πρωτότοκος γιος ενός αυστηρού αξιωματικού του στρατού, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946 και μεγάλωσε στο Ηράκλειο, αλλά εγκατέλειψε το νησί του σε νεαρή ηλικία όταν ο πατέρας του, Αριστοτέλης, απαίτησε από τον ίδιο ή να σπουδάσει και να γίνει στρατιωτικός ή να βρει μια σταθερή δουλειά και να ανακαλύψει τη δική του θέση στο κόσμο.

Ο νεαρός άντρας δεν είχε καμία διάθεση να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του, γι’ αυτό άρχισε να εργάζεται σε ένα μαγαζί με αντίκες έως ότου συνειδητοποίησε πως το όνειρο του διέφερε πολύ από αυτό που ο πατριάρχης πατέρας του τού ζητούσε να κάνει.
«Ήμουν ένας νεαρός γεμάτος περιέργεια για τον κόσμο, διψασμένος να ανακαλύψω άλλους ανθρώπους και άλλους τόπους, να ρουφήξω τη ζωή και να ζήσω περιπέτειες, κάτι που όμως δεν έβρισκε σύμφωνο τον αυστηρό πατέρα μου ο οποίος μου έδωσε τελεσίγραφο ή να βρω μια οποιαδήποτε σταθερή δουλειά μέσα σε ένα μήνα, ή να φύγω από το σπίτι».
Μόλις 16 χρονών, πεισματάρης και ίσως λίγο επαναστάτης, ο Νίκος επέλεξε συνειδητά να μην κάνει το χατίρι του πατέρα του και έπειτα από ένα μήνα, όταν επέστρεψε στο σπίτι του το βράδυ, βρήκε μια βαλίτσα με τα υπάρχοντά του να τον περιμένει στο δωμάτιο του.
«Τουλάχιστον κράτησε τον λόγο του», λέει σήμερα γελώντας ο 72χρονος επιχειρηματίας ο οποίος εκείνο το βράδυ υπάκουσε τον πατέρα του και έφυγε από το σπίτι.
Πέρασε το πρώτο του βράδυ σε ένα παγκάκι στο λιμάνι του Ηρακλείου περιμένοντας το πρωινό καράβι για Αθήνα.
Με 1300 δραχμές στην τσέπη, «δώρο» της αγαπημένης του θείας που τον υπεραγαπούσε, και τη φιλοξενία δύο φίλων του που τον άφησαν να κοιμηθεί στο διαμέρισμά τους, οι πρώτες μέρες στην Αθήνα ήταν εύκολες, έως ότου ο νεαρός Κρητικός βρέθηκε και πάλι στο δρόμο χωρίς χρήματα, χωρίς φίλους και χωρίς καταφύγιο.
Ο 16χρονος Νίκος περήφανος και αποφασισμένος δεν ήθελε με τίποτα να επιστρέψει στην Κρήτη.
Κοιμήθηκε τρεις νύχτες σε ένα παγκάκι κάτω από την Ακρόπολη και κάπου εκεί, συνειδητοποίησε πως για να πετύχει κανείς στη ζωή πρέπει να βάλει το κεφάλι κάτω και να δουλέψει σκληρά.
Κάνοντας στροφή 180 μοιρών, ο αποφασισμένος νεαρός που μιλούσε άπταιστα αγγλικά και γαλλικά επέστρεψε στο σχολείο.
Τελείωσε το 1ο Γυμνάσιο της Πλάκας ενώ τα βράδια εργαζόταν σε ξενοδοχεία και νυχτερινά μαγαζιά.

Σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και ξεκίνησε να εργάζεται ως μεταφραστής έως ότου εξασφάλισε την πρώτη του δουλειά σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας και λίγο αργότερα ανέλαβε τη διεύθυνση ενός από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία της Ευρώπης, του Club Mediterranee.
Εκείνη την εποχή η βιομηχανία του τουρισμού και της εστίασης στην Ελλάδα είχε αρχίσει να εκτοξεύεται γεγονός που έδωσε στον νεαρό Νικόλα τη δυνατότητα να διαπρέψει στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη, να αποκτήσει εμπειρία και να ταξιδέψει τον κόσμο.
«Κοιτάζοντας πίσω συνειδητοποιώ πως εκείνη η εποχή στην Ελλάδα ήταν ευλογία για όλους εμάς που τη ζήσαμε. Όμως ίσως και εμείς να ήμασταν διαφορετικοί. Θυμάμαι πόσο μας άρεσε να καθόμαστε μετά τη δουλειά έως τα ξημερώματα στις μπουάτ και τα ρεμπετάδικα παρέα με ποιητές, καλλιτέχνες, συγγραφείς, και να συζητάμε για τον κόσμο, την πολιτική, την εξουσία, τα όνειρα και τις ελπίδες μας», λέει ο κ. Παπαζαχαριάκης, ο οποίος μέχρι σήμερα λατρεύει να ακούει ελληνική μουσική και να χορεύει αγαπημένα τραγούδια που ερμήνευσαν φίλοι του από εκείνη την χρυσή εποχή, όπως ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Χαρούλα Αλεξίου και ο Γιάννης Πουλόπουλος.
Παρά τις εκκλήσεις των γονιών του, ο Νίκος αρνούνταν να επιστρέψει στην Κρήτη και έτσι αφιερώθηκε στην δουλειά του που έγινε εισιτήριο για να ταξιδέψει όλον τον κόσμο.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ…
Ένα καλοκαίρι ο νεαρός Νίκος γνωρίζει μια νεαρή Αυστραλή, η οποία τον πείθει να ταξιδέψει μαζί της στην Αυστραλία.
«Ίσως μέσα μου να μην ήθελα να επιστρέψω στην Κρήτη γιατί ήμουν πικραμένος από τον τρόπο που αναγκάστηκα να φύγω εκείνο το βράδυ αν και πλέον κοιτάζοντας πίσω μου καταλαβαίνω πως το μόνο πράγμα που προσπαθούσε να μου δείξει ο πατέρας μου με την κίνηση αυτή ήταν πως χωρίς δουλειά και πειθαρχία ο άνθρωπος δεν προκόβει», λέει ο κ. Παπαζαχαριάκης ο οποίος ήταν το πρώτο από τα τρία παιδιά της οικογένειας.
Έχοντας ταξιδέψει τον κόσμο, ο 24χρονος Κρητικός δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από την Αυστραλία και μάλιστα υποσχέθηκε στον εαυτό του πως θα έμενε στην Αδελαΐδα για έναν μόνο χρόνο. Όμως από τον πρώτο κιόλας μήνα της άφιξής του βρέθηκε παντρεμένος

Ο πολυβραβευμένος επιχειρηματίας το 2009 έλαβε τον τίτλο Adelaide Food Legend για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον τομέα της εστίασης ως Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εστιατόρων ΝΑ Restaurant Association of SA και ως Πρόεδρος του ΔΣ της Ομοσπονδίας Τουρισμού (Food Tourism and Hospitality Association). Πλέον, μετρά περίπου μισό αιώνα στην ξενιτιά, η οποία του χάρισε τρία υπέροχα παιδιά και μια επιχείρηση που μετά από 32 άκρως επιτυχημένα χρόνια λειτουργίας, αναμένεται σε λίγο να αποχαιρετήσει τους τακτικούς θαμώνες της μετά από απόφαση του επιχειρηματία να πάψει τη λειτουργία της.
«Στα 72 μου πλέον χρόνια, θεωρώ πως έδωσα ό,τι είχα να δώσω στον χώρο της πολυτελούς εστίασης και πλέον ήρθε η ώρα να αποτραβηχτώ και να απολαύσω χρόνο με την οικογένεια μου και τους δικούς μου ανθρώπους», λέει ο ομογενής.
Ομολογεί πάντως πως στην απόφασή του να βάλει λουκέτο σε μια τόσο πετυχημένη επιχείρηση συνέβαλε το υψηλό κόστος συντήρησης του διατηρητέου κτιρίου που βρίσκεται στην περιοχή Kent Town αλλά και η ανάγκη του ίδιου να περάσει περισσότερο ποιοτικό χρόνο με την οικογένεια του στην Αυστραλία και την Ελλάδα.

«Σίγουρα η Αυστραλία είναι μια πανέμορφη χώρα που μου έμαθε πολλά, ιδιαίτερα πώς να είμαι πειθαρχημένος και την ευγνωμονώ για τις ευκαιρίες που μου έδωσε αλλά σαν την πατρίδα μας δεν υπάρχει πουθενά. Η Ελλάδα μας είναι τόπος ευλογημένος και οι Έλληνες μοναδικός λαός. Από τον τρόπο που ζούμε έως τον τρόπο που διαμορφώνουμε τις οικογένειες και τις φιλίες μας είμαστε μοναδικοί», λέει ο ομογενής επιχειρηματίας ο οποίος ανυπομονεί να γίνει και πάλι πολίτης του κόσμου αλλά και να περάσει λίγες πολύτιμες στιγμές με την 94χρονη πλέον μητέρα του Κούλα η οποία ζει μόνιμα στην Κρήτη και ο ίδιος δεν έχει δει τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια.
«Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να αναθεωρήσω τις προτεραιότητές μου και να ταξιδέψω στην πατρίδα, να δω τη μητέρα μου και να απολαύσω και πάλι το ελληνικό φως, τη θάλασσα και τον ελληνικό τρόπο ζωής.
«Για μένα το ταξίδι δεν τελείωσε ακόμα».

πηγή:neoskosmos.com

add1

ad2